Archive for ‘Ποίηση-Στίχοι’

Μαΐου 7, 2010

Τι άλλο θα μπορούσε να πει κανείς…..

Όμορφη και παράξενη πατρίδα
Ωσάν αυτή που μου’λαχε δεν είδα.
Ρίχνει να πιάσει ψάρια,πιάνει φτερωτά,
Στήνει στη γη καράβι,κήπο στα νερά.
Κλαίει,φιλεί το χώμα,ξενιτεύεται,
Μένει στους πέντε δρόμους,αντριεύεται.
Κάνει να πάρει πέτρα,τηνε παρατά,
Κάνει να τη σκαλίσει,βγάνει θάματα.
Μπαίνει σ’ένα βαρκάκι,πιάνει ωκεανούς,
Ξεσηκωμούς γυρεύει,θέλει τύραννους.
Όμορφη και παράξενη πατρίδα
Ωσάν αυτή που μου’λαχε δεν είδα…

Στίχοι:Οδυσσέας Ελύτης

Advertisements
Φεβρουαρίου 4, 2010

Η σημασία του….…”καπέλου” !

 

Αντίγραφο από 1217531429lsfjuDA

Ιανουαρίου 8, 2010

Έναστρος Ουρανός

 

 

Στην πέτρα της υπομονής
κάθισες προς το βράδυ
με του ματιού σου το μαυράδι
δείχνοντας πως πονείς·
κι είχες στα χείλια τη γραμμή
που είναι γυμνή και τρέμει
σαν η ψυχή γίνεται ανέμη
και δέουνται οι λυγμοί·
κι είχες στο νου σου το σκοπό
που ξεκινά το δάκρυ
κι ήσουν κορμί που από την άκρη
γυρίζει στον καρπό·
μα της καρδιάς σου ο σπαραγμός
δε βόγκηξε κι εγίνη
το νόημα που στον κόσμο δίνει
έναστρος ουρανός.

 

 

Γιώργος Σεφέρης

“Η Λυπημένη”

Δεκέμβριος 18, 2009

Ταξιδευτής:Μοίρα παράξενη!

 

“Μα αληθινοί ταξιδευτές εκείνοι είναι που φεύγουν

μονάχα για να φύγουνε, καρδιές λαφρές καθώς

μπαλόνια, το μοιραίο τους ποτέ δεν τ΄αποφεύγουν

χωρίς να ξέρουν το γιατί, πάντοτε λένε: Εμπρός!”

 

Charles Baudelaire-Απόσπασμα από «Το ταξίδι»-Μεταφρ. Γ. Σημηριώτης

 

 

Εκείνοι που δεν αγόρασαν ποτέ σπίτι.

 

“Κι εγώ λέω σε σας ανάμεσα,

στους ξεχωριστούς ξεχωριστός:

Ούτε σπίτια, ούτε καλύβια, ούτε τσαντήρια·

στο μεγάλο αφεντοπάλατο της πλάσης

μια μονάκριβη σκεπή μου·ο ουρανός!”

Κωστής Παλαμάς -Από το Δωδεκάλογο του Γύφτου

 

 

Εκείνοι που ποθούν τα μακρινά ταξίδια και τους γαλάζιους πόντους.

Εκείνοι που δε μπορούν να μείνουν.

Εκείνοι που η ζωή τους ανήκει στη θολή γραμμή των οριζόντων.

Εκείνοι που η στέρηση της αναχώρησης τους κάνει “ιδανικούς και ανάξιους εραστές”….

 

Νοέμβριος 21, 2009

Σαν….αλήθεια!

 

 

1229578076iaasXUl

Ι

Όνειρα κι όνειρα ήρθανε

Στα γενέθλια των γιασεμιών

Νύχτες και νύχτες στις λευκές

Αϋπνίες των κύκνων

Η δροσιά γεννιέται μες στα φύλλα

Όπως μες στον απέραντο ουρανό

Το ξάστερο συναίσθημα.

ΙΙ

Ευνοϊκές αστροφεγγιές έφεραν τη σιωπή

Και πίσω απ’ τη σιωπή μια μελωδία παρείσαχτη

Ερωμένη

Αλλοτινών ήχων γόησσα

Μένει τώρα ο ίσκιος που ατονεί

Και η ραϊσμένη εμπιστοσύνη του

Και η αθεράπευτη σκοτοδίνη του – εκεί.

ΙΙΙ

Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα

Όλα τα δάχτυλα

Σιωπή

Έξω από τ’ ανοιχτό παράθυρο του ονείρου

Σιγά σιγά ξετυλίγεται

Η εξομολόγηση

Και σα θωριά λοξοδρομάει προς τ’ άστρα!

IV

Ένας ώμος ολόγυμνος

Σαν αλήθεια

Πληρώνει την ακρίβεια του

Στην άκρια τούτη της βραδιάς

Που φέγγει ολομόναχη

Κάτω απ’ τη μυστικιά ημισέληνο

Της νοσταλγίας μου.

V

Την αφρούρητη νυχτιά πήρανε θύμησες

Μαβιές

Κόκκινες

Κίτρινες

Τ’ ανοιχτά μπράτσα της γεμίσανε ύπνο

Τα ξεκούραστα μαλλιά της άνεμο

Τα μάτια της σιωπή.

VI

Ανεξιχνίαστη νύχτα πίκρα δίχως άκρη

Βλέφαρο ανύσταχτο

Πριν βρει αναφιλητό καίγεται ο πόνος

Πριν ζυγιαστεί γέρνει ο χαμός

Καρτέρι μελλοθάνατο

Σαν ο συλλογισμός από τον μάταιο μαίανδρο

Στην ποδιά της μοίρας του συντρίβεται.

VII

Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας

Όταν μοιράζονται οι σκιές την επιφάνεια

Της όρασης

Κι ο πόνος μετρημένος από εξασκημένο αυτί

Ακούσιος καταρρέει

Μες στην ιδέα που αχρηστεύεται απ’ το μελαγχολικό

Σιωπητήριο.

 

Οδυσσέας Ελύτης

Επτά νυχτερινά επτάστιχα”

 

Οκτώβριος 31, 2009

Πρωταγωνιστές ή απλοί θεατές?

 

Τι περιμένουμε για να πάρουμε στα χέρια μας τη ζωή μας?

Για να τολμήσουμε ν’ αλλάξουμε ότι δε μας αρέσει?

Ο χρόνος περνά και το αργά θα έρθη!

Ο κόσμος θάναι πάντα ίδιος, δεν πρόκειται να γίνει πιο ανεκτικός για χάρη μας!

Υπήρχε πολύ πριν από μας και θα υπάρχει και τότε που εμείς θα λείπουμε……!

 

DSC06243

 

 

"Πρέπει, οπωσδήποτε, ν’ αλλάξω ζωή, αλλιώς
είμαι χαμένος. Βέβαια, έχω καιρό μπροστά μου, είμαι ακόμα
νέος. Αν μπορούσα να ξεφύγω αυτή την άθλια καθημερινότητα,
υποχρεώσεις και συνήθειες και συμβιβασμοί, αν σταθώ λιγό-
τερο εύκολος
στις διάφορες προφάσεις- μα ιδιαίτερα
αν βάλω πια ένα τέλος σε τούτες τις αιώνιες αναβολές.
Τότε, αλήθεια, ίσως φτιάξω κάτι, ίσως μάλιστα και κάτι το
μεγάλο
όπως ονειρευόμουν από παιδί…"
Έτσι έγραφε κάποιος ένα βράδυ με χέρια που τρέμανε.
Κι έκλαιγε. Ύστερα νύσταξε κι αποκοιμήθηκε.
Το πρωί, μόλις θυμόταν κάτι αόριστα. Και σε μερικά χρόνια
πέθανε.

Τάσσος Λειβαδίτης

«ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Από τη συλλογή «Ποιήματα (1958-1964)

Οκτώβριος 14, 2009

Αφιερωμένο….

Αφιερωμένο σ΄εκείνους που έζησαν περήφανα,

που αγωνίστηκαν,

που έδωσαν,

που δε ζήτησαν

και που τίποτα δε μπορεί να τους αφαιρέσει την αξιοπρέπεια της ζωής τους!

Ένα σπίτι για να γεννηθείς
ένα δέντρο για ν’ ανασάνεις
ένας στίχος για να κρυφτείς
ένας κόσμος για να πεθάνεις.

Λεπτομέρειες ασήμαντες που κάνουν πιο οδυνηρές τις αναμνήσεις
και τα χρόνια μας, βαλσαμωμένα πουλιά, μας κοιτάζουν τώρα με μάτια ξένα –
αλλά κι εγώ ποιός ήμουν; ένας πρίγκηπας του τίποτα
ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα
και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες ένιωθα να κινδυνεύει η ανθρωπότητα
κι έτρεχα να τη σώσω.
Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό, είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.

 

Φθινοπωρινό σχόλιο

Το ουσιώδες στη μικρή ιστορία μου ήταν μια μαύρη κουνιστή
πολυθρόνα – αλλά που είναι τώρα το σπίτι, που είναι η φρουτιέρα
με τα παλιά επισκεπτήρια, οι πετσέτες που πνίγαμε τα γέλια –
μόνον η λάμπα καίει ακόμα στην άδεια κάμαρα, σαν κάποιον που
συνομιλεί με τον εαυτό του αγνοώντας τους κινδύνους ή όπως μια
γυναίκα που δεν τη γνώρισες ποτέ κι όμως θα πρέπει κάποτε να
΄χατε αγαπηθεί πολύ
μες στην ατέλειωτη ερήμωση μιας μέρας του φθινοπώρου.

Δρόμοι που χάθηκα
γωνιές που στάθηκα
δάκρυα που πίστεψα
παιχνίδια στο νερό.

Πικρό το βράδυ φτάνει.
Νύχτες που έκλαψα
γέφυρες που έκαψα
άστρα π’ αγάπησα
που πάω και τι θα βρω.

Πικρό το βράδυ φτάνει.
Λόγια που ξέχασα
φίλοι που έχασα
καημέ μεγάλε μου
ας πάμε τώρα οι δυο.
Πικρό το βράδυ φτάνει.

Τώρα όμως βράδιασε. Ας κλείσουμε την πόρτα κι ας κατεβάσουμε
τις κουρτίνες
γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών. Τι κάναμε στη ζωή μας;
Ποιοι είμαστε; Γιατί εσύ κι όχι εγώ;
Καιρό τώρα δεν χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος έχει
αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα
που τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου. Κι αν έχασα τη ζωή μου
την έχασα για πράγματα ασήμαντα: μια λέξη ή ένα κλειδί, ένα
χτες ή ένα αύριο
όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα άρωμα βιολέτας
γιατί θυμάμαι. Πόσοι φίλοι που έφυγαν χωρίς ν’ αφήσουν διεύθυν-
ση, πόσα λόγια χωρίς ανταπόκριση
κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν πρόφτασαν ν’
αγαπήσουν.

Ώσπου στο τέλος δεν μένει παρά μια θολή ανάμνηση από το παρελ-
θον (πότε ζήσαμε;)
και κάθε που έρχεται η άνοιξη κλαίω γιατί σε λίγο θα φύγουμε και
κανείς δεν θα μας θυμηθεί.

Αντίγραφο από blue

Στίχοι-Ποιήματα

Τάσσος Λειβαδίτης

Ιουλίου 9, 2009

Πάει ο καιρός……

 

 

Πάει ο καιρός, πάει ο καιρός
που ήταν ο κόσμος δροσερός
και κάθε αυγή ξεκινούσε μια πηγή
για να ποτίσει όλη τη γη
Ήρθανε νύχτες και βροχές
και χειμωνιάσαν οι ψυχές
και στο βαθύ το σκοτάδι έχει σταθεί
ένα παιδί να ζεσταθεί
Τώρα το δάκρυ κυλάει στο χώμα,
και πέρα απ’ το βοριά
ένα καράβι ρωτάει ακόμα
πού θα βρει στεριά
Πάει ο καιρός…

Νίκος Γκάτσος

Ιουλίου 6, 2009

Άκου!

Αντίγραφο από travel

Ιουλίου 4, 2009

Οι περαστικές!

Je veux dédier ce poème

Θέλω ν΄ αφιερώσω αυτό το ποίημα

A toutes les femmes qu’on aime

σ΄ όλες τις γυναίκες που αγαπάμε

Pendant quelques instants secrets

μόνο για κάποιες μυστικές στιγμές

A celles qu’on connait à peine

που τις γνωρίζουμε ελάχιστα

Qu’un destin différent entraîne

που δεν έχουμε το ίδιο πεπρωμένο

Et qu’on ne retrouve jamais

και που δεν τις ξαναβρίσκουμε ποτέ!

…………..

De toutes ces belles passantes

Σε όλες αυτές τις όμορφες περαστικές

Que l’on n’a pas su retenir

που δεν ξέραμε να κρατήσουμε!

Les Passantes – Οι περαστικές

Ποίημα του Antoine Pol
Το ποίημα μελοποίησε και τραγούδησε ο Georges Brassens

Je veux dédier ce poème
A toutes les femmes qu’on aime
Pendant quelques instants secrets
A celles qu’on connait à peine
Qu’un destin différent entraîne
Et qu’on ne retrouve jamais
A celle qu’on voit apparaître
Une seconde à sa fenêtre
Et qui, preste, s’évanouit
Mais dont la svelte silhouette
Est si gracieuse et fluette
Qu’on en demeure épanoui
A la compagne de voyage
Dont les yeux, charmant paysage
Font paraître court le chemin
Qu’on est seul, peut-être, à comprendre
Et qu’on laisse pourtant descendre
Sans avoir effleuré sa main
A la fine et souple valseuse
Qui vous sembla triste et nerveuse
Par une nuit de carnaval
Qui voulu rester inconnue
Et qui n’est jamais revenue
Tournoyer dans un autre bal
A celles qui sont déjà prises
Et qui, vivant des heures grises
Près d’un être trop différent
Vous ont, inutile folie,
Laissé voir la mélancolie
D’un avenir désespérant
Chères images aperçues
Espérances d’un jour déçues
Vous serez dans l’oubli demain
Pour peu que le bonheur survienne
Il est rare qu’on se souvienne
Des épisodes du chemin
Mais si l’on a manqué sa vie
On songe avec un peu d’envie
A tous ces bonheurs entrevus
Aux baisers qu’on n’osa pas prendre
Aux cœurs qui doivent vous attendre
Aux yeux qu’on n’a jamais revus
Alors, aux soirs de lassitude
Tout en peuplant sa solitude
Des fantômes du souvenir
On pleure les lêvres absentes
De toutes ces belles passantes
Que l’on n’a pas su retenir

Κώστας Ουράνης – Περαστικές

Γυναίκες που σας είδα σ’ ένα τραίνο

τη στιγμή που κινούσε γι άλλα μέρη

γυναίκες που σας είδα σ’ άλλου χέρι

με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο

γυναίκες, σε μπαλκόνια να κοιτάτε

στο κενό μ’ ένα βλέμμα ξεχασμένο,

ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο

μ’ένα μαντήλι αργά να χαιρετάτε:

να ξέρατε με πόση νοσταλγία,

στα δειλινά τα βροχερά και κρύα,

σας ξαναφέρνω στην αναμνησή μου,

γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα

απ ‘ τη ζωή μου μέσα -και που τώρα

κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου!

Baudelaire «Σε μια διαβάτισσα» (“A une passante”)

Του δρόμου τ’ οχλαλοητό ξεκούφαινε τριγύρα.

Ψηλή, λιγνή, στα μαύρα της, αρχοντολυπημένη,

κάποια γυναίκα διάβηκε κρατώντας σηκωμένη

μ’ επίδειξη της ρόμπας της τη νταντελένια γύρα.

Ευγενικιά και λυγερή με πόδι ως αγαλμάτου.

Κι εγώ ρουφούσα, όπως αυτός που τρέλα τον χτυπάει,

στα μάτια της τεφρό ουρανό που θύελλες γεννάει,

μια γλύκα σαγηνευτική και μια ηδονή θανάτου.

Κάποια αστραπή…νύχτα μετά! –Διαβάτισσά μου ωραία

που ξαφνικά στο βλέμμα σου ξανάνιωσα, για πε μου

αλλού πια μόνο θα σε δω, σε κάποια ζωή νέα;

αλλού, πολύ μακριά από δω! αργά! κι ίσως ποτέ μου!

Γιατί δεν ξέρω αν πουθενά θέλω πια σ’ ανταμώσει,

Ω, εσένα που θ’αγάπαγα, ω εσύ, που το ‘χες νιώσει!

Γιάννης Σκαρίμπας – Ο σταθμάρχης

………………………………………………..

Άξαφνα ως γλυστρούσε – σ’ ένα παραθύρι
Ένα χέρι εξαίσιο μούγνεψε και πάει
Μια σειρά άσπρα δόντια , δυο μάτια σαπφείροι
Μούστειλαν – φίλημα στα χάη!

Έμενα … Η μέρα είχε κιόλας φύγει,
Του σταθμού μου, γύρω, η ερημία αλύχτα
Κείνες οι φιλύρες πήγαιναν με ρίγη
Και με βήμα στρατιωτικό στη νύχτα…

Ω, έσύ, κυρά χέρι, δόντια , μάτι
Όνειρο και τραίνο που την πας τη νιότη,
Έδωσα σινιάλο – το κ α θ ή κ ο ν_ για τη
Διασταύρωσή μας στην αιωνιότη…