Archive for ‘Πεζά αλλά οχι κοινότοπα’

Δεκέμβριος 8, 2010

Τα αδιέξοδα της λογικής…

 

“Παράλογο είναι το χάσμα ανάμεσα στο ότι δε δικαιολογείται και στο μάταιο, μα δυνατό πόθο του ανθρώπου για σαφήνεια.”

A.Camus

 

“Τα βαθιά συναισθήματα, όπως τα μεγάλα έργα, έχουν πάντα μεγαλύτερη σημασία απ’ αυτή που έχουν συνειδητοποιήσει πως εκφράζουν. Η συμπάθεια ή αντιπάθεια που νοιώθει μια ψυχή για κάτι οφείλεται στις συνήθειες της σκέψης ή της δράσης κι ακολουθεί τις συνέπειες που η ίδια η ψυχή αγνοεί. Τα μεγάλα συναισθήματα κουβαλάνε μαζί τους τον υπέροχο ή άθλιο κόσμο τους. Φωτίζουν με το πάθος τους έναν υπέροχο κόσμο όπου ξαναβρίσκουν το κλίμα τους. Υπάρχει ένας κόσμος ζήλειας, φιλοδοξίας, εγωισμού ή γενναιότητας. Ένας κόσμος, δηλαδή μια μεταφυσική και πνευματική στάση. Αυτό που ισχύει για τα ήδη καθορισμένα συναισθήματα ισχύει, ακόμα πιο πολύ, για τις συγκινήσεις που βασικά είναι τόσο ακαθόριστες και συγχρόνως τόσο «καθορισμένες», τόσο μακρινές και τόσο «κοντινές» με τις συγκινήσεις που μας προσφέρουν την ομορφιά ή μας προκαλούν το συναίσθημα του παράλογου.

Το συναίσθημα του παράλογου μπορεί να χτυπήσει στο πρόσωπο οποιονδήποτε άνθρωπο στη στροφή οποιουδήποτε δρόμου. Μέσα στην τρομερή του γύμνια, στο χωρίς λάμψη φως του, είναι ασύλληπτο.

Αλλά αξίζει να σκεφτούμε πάνω σ’ αυτό. Μάλλον είναι αλήθεια το ότι ένας άνθρωπος μας μένει άγνωστος για πάντα, το ότι σ’ αυτόν υπάρχει κάτι για πάντα ακαθόριστο. Γνωρίζω όμως τους ανθρώπους πρακτικά και τους γνωρίζω απ’ τη συμπεριφορά τους, απ’ τις πράξεις τους, απ’ τις συνέπειες που έχει στη ζωή το πέρασμά τους. Με τον ίδιο τρόπο μπορώ να καθορίσω πρακτικά όλα τα ακαθόριστα συναισθήματα που η ανάλυση δε θα μπορούσε να έχει καμιά επίδραση πάνω τους, να τα εξετάσω πρακτικά, να σκεφτώ τις συνέπειές τους, να συλλάβω και να καταγράψω κάθε τους μορφή, δημιουργώντας έτσι τον κόσμο τους. Όπως φαίνεται, είναι βέβαιο πως δε θα μάθω καλύτερα τα προσωπικά συναισθήματα ενός ηθοποιού επειδή τον έχω δει να παίζει εκατό φορές. Αν όμως φέρω στο μυαλό μου το πλήθος των ηρώων που έχει ενσαρκώσει και αν ισχυριστώ πως στον εκατοστό ήρωα τον γνωρίζω λίγο καλύτερα, καταλαβαίνουμε πως σ’ αυτό υπάρχει μια δόση αλήθειας. Αυτό το φαινομενικά παράδοξο είναι και μια αλληγορία. Κρύβει ένα νόημα. Θέλει να πει ότι ένας άνθρωπος χαρακτηρίζεται ευκολότερα όταν υποκρίνεται παρά όταν φέρεται με ειλικρίνεια.

Έτσι συμβαίνει, σε μικρότερο βαθμό, και με τα αφανέρωτα μέσα στην καρδιά συναισθήματα που προδίνονται όμως εύκολα απ’ τις πράξεις που κάνουμε και τις πνευματικές στάσεις που παίρνουμε.

Καταλαβαίνει κανείς πως μ’ αυτό τον τρόπο προτείνω μια μέθοδο. Αλλά με τη μέθοδο αυτή πρόκειται ν’ αναλύσω, όχι να μάθω. Γιατί οι μέθοδοι έχουν σαν αποτέλεσμα τις μεταφυσικές που με την άγνοιά τους προδίνουν τα συμπεράσματα που μερικές φορές ισχυρίζονται πως δεν ξέρουν ακόμα. Έτσι, οι τελευταίες σελίδες ενός βιβλίου βρίσκονται ήδη στις πρώτες. Αυτή η αλληλεξάρτηση είναι αναπόφευκτη. Μια αποκλειστική μέθοδος σημαίνει πως κάθε αληθινή γνώση είναι ανέφικτη. Μονάχα τα φαινόμενα είναι δυνατό ν’ απαριθμηθούν, μονάχα το περιβάλλον γίνεται αισθητό.”

………………………………

Ακόμα κι αυτή, η δική μου καρδιά θα μου μείνει άγνωστη για πάντα. Ανάμεσα στη βεβαιότητα που έχω για την ύπαρξή μου και στο νόημα που προσπαθώ να δώσω σ’ αυτή τη βεβαιότητα, υπάρχει ένα κενό που δε θα γεμίσει ποτέ.

………………………………

Απόσπασμα από το έργο “Ο μύθος του Σισσυφου – Τα παράλογα τείχη” – Albert Camus

Spirit-of-Space-II_1024x768

Είναι μήπως η αποδοχή του παράλογου, αφετηρία του δρόμου για την αναζήτηση της εσωτερικής γαλήνης?

Νοέμβριος 10, 2009

Παράλογο?

 

 

Tk5NKaxuixzXHJp9q3 

Τα βαθιά συναισθήματα, όπως τα μεγάλα έργα, έχουν πάντα μεγαλύτερη σημασία απ’ αυτή που έχουν συνειδητοποιήσει πως εκφράζουν. Η συμπάθεια ή αντιπάθεια που νοιώθει μια ψυχή για κάτι οφείλεται στις συνήθειες της σκέψης ή της δράσης κι ακολουθεί τις συνέπειες που η ίδια η ψυχή αγνοεί. Τα μεγάλα συναισθήματα κουβαλάνε μαζί τους τον υπέροχο ή άθλιο κόσμο τους. Φωτίζουν με το πάθος τους έναν υπέροχο κόσμο όπου ξαναβρίσκουν το κλίμα τους. Υπάρχει ένας κόσμος ζήλειας, φιλοδοξίας, εγωισμού ή γενναιότητας. Ένας κόσμος, δηλαδή μια μεταφυσική και πνευματική στάση. Αυτό που ισχύει για τα ήδη καθορισμένα συναισθήματα ισχύει, ακόμα πιο πολύ, για τις συγκινήσεις που βασικά είναι τόσο ακαθόριστες και συγχρόνως τόσο "καθορισμένες", τόσο μακρινές και τόσο "κοντινές" με τις συγκινήσεις που μας προσφέρουν την ομορφιά ή μας προκαλούν το συναίσθημα του παράλογου.

Απόσπασμα από το έργο του

Albert Camus

“Ο Μύθος του Σίσυφου-Τα παραλογα τείχη”

Ιουλίου 30, 2009

Πάμε να………….συλλαβίσουμε το καλοκαίρι!!!

sylavizontas to kalokairi

Φεβρουαρίου 11, 2009

Μνήμη…….Αθέλητη!

 

 

Πραγματικοί παράδεισοι είναι οι παράδεισοι που χάσαμε!

Τους χάσαμε όμως για πάντα;

Όχι! Γιατί θα τους αναστήσει η μνήμη, μνήμη ακούσια αλλά διαθέσιμη, μνήμη δεκτική στις μυστηριώδεις αιφνίδιες εμφανίσεις, μνήμη απρόβλεπτη που εξαιτίας της θα χτιστεί πάνω στη γεύση ενός γλυκού το τεράστιο οικοδόμημα της ανάμνησης!

 

 

clip_image002

………….

Και σε λίγο, μηχανικά, εξουθενωμένος απ΄ τη πληκτική μέρα και την προοπτική ενός θλιβερού αύριο, έφερνα στα χείλια μου μια κουταλιά τσάι όπου είχα αφήσει να μαλακώσει ένα κομμάτι μαντλέν. Αλλά τη στιγμή που η γουλιά, ανακατεμένη με τα ψίχουλα του γλυκού, άγγιξε τον ουρανίσκο μου, σκίρτησα, προσέχοντας κάτι καταπληκτικό που συνέβαινε μέσα μου. Μια γλυκιά απόλαυση με είχε κυριεύσει, απομονωμένη χωρίς να ξέρω την αιτία της. Μου είχε κάνει ξαφνικά τις περιπέτειες της ζωής αδιάφορες, ακίνδυνες τις καταστροφές της, ανύπαρκτη τη συντομία της…..

Από πού ερχόταν; Τι σήμαινε; Πού θα τη συλλάβω;

…..

Ακουμπώ το φλιτζάνι και απευθύνομαι στη σκέψη μου…

…..

Σκληρή αβεβαιότητα, κάθε φορά που η σκέψη νιώθει πως την ξεπερνά ο ίδιος της ο εαυτός, όταν αυτός, ο ερευνητής, είναι ταυτόχρονα κι όλη η σκοτεινή χώρα που πρέπει να ερευνήσει κι όπου όλα του τα εφόδια δεν τον βοηθούν σε τίποτα. Να ερευνήσει; όχι μόνο: να δημιουργήσει. Βρίσκεται απέναντι σε κάτι που δεν υπάρχει ακόμα και που μόνο αυτός μπορεί να πραγματοποιήσει, κι ύστερα να το φέρει μέσα στο δικό του φως.

clip_image004

Κι αρχίζω πάλι ν΄ αναρωτιέμαι ποια μπορούσε να είναι αυτή η άγνωστη κατάσταση, που δεν την έφερνε καμία λογική απόδειξη, αλλά το αυταπόδεικτο της ευτυχίας της, της πραγματικότητάς της, που μπροστά της οι άλλες πραγματικότητες εξανεμίζονταν.

………

Απαιτώ απ΄ τη σκέψη μου μεγαλύτερη προσπάθεια, να ξαναφέρει για μια ακόμη φορά την αίσθηση που χάνεται.

….

Όμως καθώς νοιώθω τη σκέψη μου να κουράζεται χωρίς αποτέλεσμα, την πιέζω αντίθετα, να δεχθεί τον περισπασμό που της αρνιόμουν, να σκεφτεί κάτι άλλο, ν΄ ανακτήσει δυνάμεις πριν από μια υπέρτατη προσπάθεια. Ύστερα για δεύτερη φορά δημιουργώ ένα κενό μπροστά της, ξανατοποθετώ απέναντι της τη γεύση της πρόσφατης πρώτης γουλιάς και νοιώθω να σκιρτά μέσα μου κάτι που μετακινείται, που θα ΄θελε να ανυψωθεί, κάτι που ξέφυγε, λες από την άγκυρά του, σε μεγάλο βάθος, δεν ξέρω τι είναι, ανεβαίνει όμως αργά, αισθάνομαι την αντίσταση και ακούω το θόρυβο από τις αποστάσεις που διασχίζει.

Σίγουρα αυτό που δονείται έτσι στο βάθος του είναι μου πρέπει να είναι η εικόνα, η οπτική ανάμνηση που, δεμένη μ΄ αυτή τη γεύση προσπαθεί να την ακολουθήσει, για να φτάσει ως εμένα. Αγωνίζεται όμως πολύ μακριά, πολύ συγκεχυμένα. Μόλις διακρίνω την ουδέτερη αντανάκλαση, όπου μπερδεύεται το άπιαστο στροβίλισμα των χρωμάτων που αναταράχτηκαν. Δεν μπορώ όμως να διακρίνω τη μορφή, να της ζητήσω, αφού είναι ο μόνος δυνατός διερμηνέας, να μου μεταφράσει τη μαρτυρία της σύγχρονής της, της αχώριστης συντρόφου της, της γεύσης, να της ζητήσω να μου πει για ποια ειδική περίσταση, για ποια εποχή πρόκειται.

clip_image006

Και ξαφνικά παρουσιάστηκε η ανάμνηση. Αυτή η γεύση ήταν η γεύση του μικρού κομματιού της μαντλέν που την Κυριακή το πρωί στο Κομπραί μου πρόσφερε η θεία μου η Λεονί όταν πήγαινα να της πω καλημέρα στο δωμάτιό της, αφού πρώτα το βουτούσε στο τσάι ή στο φλαμούρι της. Η όψη της μικρής μαντλέν δεν μου ΄χε θυμίσει τίποτα πριν τη γευτώ, ίσως γιατί (……..) όλα είχαν διαλυθεί, οι μορφές (…….) είχαν διαλυθεί ή, κοιμισμένες είχαν χάσει τη δύναμη της επέκτασης, που θα τους επέτρεπε να ξαναδεθούν με τη συνείδηση. Όταν όμως από ένα μακρινό παρελθόν τίποτα δεν επιζεί, αφού πεθάνουν οι άνθρωποι, αφού καταστραφούν τα άψυχα, μόνες, πιο φθαρτές αλλά πιο μακρόβιες, πιο άυλες, πιο επίμονες, πιο πιστές, η όσφρηση και η γεύση ζουν για καιρό ακόμα, σαν τις ψυχές, για να θυμούνται, να περιμένουν, να ελπίζουν πάνω σ΄ όλα αυτά τα ερείπια, να βαστούν χωρίς να λυγίζουν, πάνω στη μικρή σχεδόν άυλη σταγόνα τους, το τεράστιο οικοδόμημα της ανάμνησης.

………

Απόσπασμα από το έργο του Μαρσέλ Προύστ

« Από τη μεριά του Σουάν»